Ενδεικτικό Περιεχόμενο

Εισαγωγικές Σελίδες του Βιβλίου (αρχείο .PDF)

Κεφάλαιο 3. Συστηματική νευρολογική εξέταση

§ 3. Έλεγχος νυσταγμού

Ως νυσταγμός ορίζεται μια ακούσια ρυθμική ταλάντωση των βολβών των οφθαλμών. Στα φυσιολογικά ζώα δεν παρατηρείται παρά μόνο κατά την εκτέλεση του οπτικοαιθουσαίου αντανακλαστικού. Επειδή, ο νυσταγμός είναι ανεξάρτητος από την όραση, ενδέχεται να παρατηρηθεί και σε τυφλά ζώα. Η παρουσία νυσταγμού (παθολογικός νυσταγμός) φανερώνει βλάβη σε κάποιο σημείο του αιθουσαίου συστήματος (κεντρικού ή περιφερικού). Σε αυτόν, διακρίνεται η ταχεία και η βραδεία φάση (διφασικός νυσταγμός), που κατευθύνονται αντίθετα.
Παθολογική είναι η βραδεία φάση, που έχει κατεύθυνση προς την πλευρά της βλάβης, ενώ η ταχεία παίζει ρόλο αντισταθμιστικό. Ο νυσταγμός, στα κτηνιατρικά συγγράμματα, περιγράφεται ανάλογα με την κατεύθυνση της ταχείας φάσης (π.χ. νυσταγμός προς τα δεξιά, ενώ η βλάβη είναι αριστερά). Ο νυσταγμός, ανάλογα με την κατεύθυνση της κίνησης του οφθαλμικού βολβού διακρίνεται σε οριζόντιο, κυκλοστροφικό και κάθετο (Εικ. 54) και (Video 31, Video 32).

Εικόνα 54. Οι τύποι του νυσταγμού, ανάλογα με την κατεύθυνση της κίνησης του βολβού του οφθαλμού. Οι δύο πρώτοι παρατηρούνται τόσο στο κεντρικό όσο και το περιφερικό αιθουσαίο σύνδρομο, ενώ ο τρίτος, κυρίως, στο κεντρικό.

Περιγράφονται δυο τύποι παθολογικού νυσταγμού. Ο πρώτος είναι ο αυθόρμητος νυσταγμός, που εκδηλώνεται όταν η κεφαλή του ζώου βρίσκεται σε φυσιολογική θέση με το βλέμμα να κατευθύνεται προς τα εμπρός και ο δεύτερος είναι ο νυσταγμός θέσης ή υποκινούμενος νυσταγμός, που γίνεται αντιληπτός όταν η κεφαλή του ζώου βρίσκεται σε αφύσικη θέση (π.χ. σε στροφή της κεφαλής προς τα πλάγια, ύπτια κατάκλιση του ζώου). Στις παθήσεις του περιφερικού αιθουσαίου συστήματος ο νυσταγμός έχει οριζόντια ή κυκλοστροφική κατεύθυνση, ενώ στου κεντρικού ενδέχεται η κατεύθυνση να αλλάζει ανάλογα με τη θέση της κεφαλής ή να είναι κατακόρυφη. Αυθόρμητος νυσταγμός παρατηρείται συνήθως, σε βαριές βλάβες του αιθουσαίου συστήματος, ενώ στις ελαφρές και τις χρόνιες, τις περισσότερες τουλάχιστον φορές, παρατηρείται νυσταγμός θέσης.
Ο παθολογικός νυσταγμός πρέπει να διαφοροποιείται από τον εκκρεμοειδή ή ισοφασικό νυσταγμό, που χαρακτηρίζεται από μικρού εύρους εκκρεμοειδείς κινήσεις του βολβού των οφθαλμών, χωρίς ταχεία και βραδεία φάση. Ο νυσταγμός αυτός, αποτελεί τυχαίο εύρημα σε γάτες των φυλών Siamese, Birman, και Himalayan και οφείλεται σε συγγενή ανωμαλία της οπτικής οδού, στην οποία οι νευρικές ίνες των οπτικών νεύρων χιάζονται σε ποσοστό μεγαλύτερο του φυσιολογικού στο ύψος του οπτικού χιάσματος.

Τρόπος ελέγχου

Η εξέταση για τη διάγνωση παθολογικού αυθόρμητου νυσταγμού γίνεται συγκρατώντας την κεφαλή του ζώου σε θέση ώστε το βλέμμα να φέρεται προς τα εμπρός. Αντίθετα, για τον παθολογικό νυσταγμό θέσης, το ζώο εξετάζεται σε ύπτια θέση ή σε όρθια θέση με στροφή της κεφαλής (δεξιά ή αριστερά) ή ανύψωση της κεφαλής και έκταση του αυχένα. Στην τελευταία θέση, το ζώο, ελέγχεται και για τυχόν στραβισμό θέσης.
Στο οπτικοαιθουσαίο αντανακλαστικό, η κεφαλή του ζώου στρέφεται δεξιά ή αριστερά ξεκινώντας από τη χρονική στιγμή, που το ζώο βλέπει προς τα εμπρός. Όταν η κεφαλή στρέφεται προς μια κατεύθυνση, οι οφθαλμοί προσπαθούν να εστιάσουν στο μέσο οβελιαίο επίπεδο, με αποτέλεσμα να φέρονται βραδέως και αντίθετα προς τη στροφή της κεφαλής (βραδεία φάση νυσταγμού).
Όταν ξεπεραστεί το όριο σύσπασης των μυών, που κινούν τον οφθαλμικό βολβό, μετακινούνται γρήγορα προς την πλευρά της στροφής (ταχεία φάση νυσταγμού), εστιάζοντας στα πλάγια του μέσου οβελιαίου επιπέδου. Στις γάτες και σε μικρόσωμους σκύλους το οπτικοαιθουσαίο αντανακλαστικό εξετάζεται με την παρακολούθηση της κίνησης του βολβού των οφθαλμών σε ζώο, που συγκρατείται από το βοηθό και στρέφεται από τα δεξιά προς τα αριστερά και αντίθετα. Ο νυσταγμός είναι ιδιαίτερα εμφανής στο τέλος της κάθε στροφής.

Ερμηνεία

Ο νυσταγμός, που εκδηλώνεται με το οπτικοαιθουσαίο αντανακλαστικό, αποτελεί στην ουσία αιθουσαίο αντανακλαστικό, εξαιτίας της διέγερσης των ημικύκλιων σωλήνων από τη στροφή της κεφαλής. Η προκαλούμενη νευρική ώση, μεταβιβάζεται μέσω του αιθουσαίου νεύρου (ΕΣ VIII) στους αιθουσαίους πυρήνες του στελέχους του εγκεφάλου και από εκεί μέσω του έσω επιμήκους δεματίου στους πυρήνες του κοινού κινητικού (ΕΣ ΙΙΙ), του τροχιλιακού (ΕΣ IV) και του απαγωγού νεύρου (ΕΣ VI), που νευρώνουν τους μυς του βολβού των οφθαλμών.
Συνεπώς, η βλάβη σε οποιοδήποτε σημείο του αιθουσαίου συστήματος (κεντρικού ή περιφερικού), εξαφανίζει τον νυσταγμό του οπτικοαιθουσαίου αντανακλαστικού και προκαλεί παθολογικό νυσταγμό.